συναγερμός
ουσιαστικό1. Συσκευή, σύστημα ή μηχανισμός που εκπέμπει ηχητικό, οπτικό ή άλλο σήμα για να προειδοποιήσει για επικείμενο ή υπάρχον κίνδυνο, βλάβη ή έκτακτη ανάγκη.
Συνώνυμα
επιφυλακή αλάρμ κινητοποίηση σειρήνα κουδούνι προειδοποίηση ειδοποίηση ξυπνητήρι ειδοποιητήριο σήμα καμπανάκι σάλπιγγα ανησυχία πανικός σφύριγμα αδρανοποίηση υπενθύμιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο συναγερμός χτύπησε όταν άνοιξε η πόρτα.
- Κηρύχθηκε συναγερμός στην πόλη μετά την έκρηξη.
- Ο τεχνικός ρύθμισε τον συναγερμό του σπιτιού.
- Η ανακοίνωση προκάλεσε συναγερμό στους πολίτες.
- Οι δημόσιες υπηρεσίες τέθηκαν σε συναγερμό λόγω της κακοκαιρίας.