ανακατωσούρα
ουσιαστικό1. Κατάσταση έντονης αναταραχής και αταξίας, όπου επικρατεί σύγχυση στις κινήσεις, τις διαδικασίες ή την οργάνωση.
2. Φασαρία και πολύ κίνηση που προκαλούν θόρυβο και αναστάτωση σε χώρο ή ομάδα ανθρώπων.
Συνώνυμα
αναστάτωση αναταραχή ανακατωμός αναβρασμός αναμπουμπούλα σύγχυση μπέρδεμα μπερδεψιά χαμός μπάχαλο χάος φασαρία οχλαγωγία κουρνιαχτός ακαταστασία ταραχή αταξία αχταρμάς ανοργάνωση μπερδεμάρα σάλος σούσουρο πανικός αναρχία χαοτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανακατωσούρα στην κουζίνα ξεκίνησε όταν έπεσε το μπολ με το μείγμα.
- Μια ανακατωσούρα ξέσπασε στην αγορά μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων.
- Η είδηση προκάλεσε ανακατωσούρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
- Ένιωθε μια εσωτερική ανακατωσούρα κάθε φορά που θυμόταν το περιστατικό.
- Τα παιδιά έφεραν ανακατωσούρα στο σαλόνι παίζοντας ασταμάτητα.