εκνευρισμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ψυχικής ή συναισθηματικής αναστάτωσης και ενόχλησης, που εκδηλώνεται με ανυπομονησία, νευρικότητα και δυσκολία στη συγκέντρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εκνευρισμός της ήταν εμφανής όταν άργησε το λεωφορείο.
  • Ο εκνευρισμός του οδηγού τον ώθησε να κορνάρει δυνατά.
  • Ο εκνευρισμός στην αίθουσα αυξήθηκε μετά τη διακοπή ρεύματος.
  • Ο εκνευρισμός ενός παιδιού συχνά εκδηλώνεται με κλάματα ή ξεσπάσματα.
  • Ο εκνευρισμός του διαγωνιζόμενου επηρέασε αρνητικά την απόδοσή του.