βασανιστήριο

ουσιαστικό

1. Πράξη ή πρακτική πρόκλησης έντονου σωματικού ή ψυχικού πόνου σε άτομο με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών, την τιμωρία, τον εξαναγκασμό ή τον εκφοβισμό.

2. Συσκευή, εγκατάσταση ή χώρος όπου εφαρμόζονται τέτοιες πρακτικές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βασανιστήριο ήταν σκοτεινό και ψυχρό.
  • Κατήγγειλε ότι υπέστη βασανιστήριο κατά τη διάρκεια της κράτησης.
  • Η αναμονή στην ουρά ήταν ένα βασανιστήριο.
  • Η απώλεια του παιδιού έγινε για αυτήν ένα συνεχές βασανιστήριο.
  • Ο πονοκέφαλος επί μέρες ήταν σχεδόν ένα βασανιστήριο.