φασαρία
ουσιαστικό1. Ηχητική ένταση ή θόρυβος από πολλούς ή δυνατούς ήχους που ενοχλεί ή διακόπτει την ησυχία.
2. Αναστάτωση ή έντονη δραστηριότητα με φωνές, κίνηση ή σύγχυση που προκαλεί διατάραξη σε χώρο ή ομάδα ανθρώπων.
Συνώνυμα
θόρυβος οχλαγωγία οχλοβοή ντόρος βαβούρα βοή αναστάτωση αναταραχή ταραχή αναβρασμός σούσουρο σάλος χαλασμός έριδα αναμπουμπούλα τσακωμός ανακατωσούρα βουή λαλαγητό κρότος βόμβος βούισμα μουρμουρητό σόου διαπληκτισμός μάλωμα πανδαιμόνιο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μην κάνεις τόση φασαρία, χρειάζεται ησυχία για να διαβάσω.
- Η φασαρία από τα αυτοκίνητα έξω είναι ανυπόφορη.
- Έγινε μεγάλη φασαρία στο γραφείο για το νέο πρόγραμμα.
- Δεν αξίζει να κάνεις φασαρία για τόσο μικρό λάθος.
- Τα παιδιά έπαιζαν χαρούμενα και η φασαρία γέμισε το σπίτι.