χειρονομία
ουσιαστικό1. Κίνηση ή διαμόρφωση του χεριού, των χεριών ή γενικότερα του σώματος που εκφράζει συναίσθημα, σκέψη, πρόθεση ή πληροφορία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανε μια χειρονομία για να μας καλέσει κοντά.
- Η χειρονομία αποδοκιμασίας από το πλήθος προκάλεσε ένταση.
- Η χειρονομία καλής θέλησης μεταξύ των δύο χωρών άφησε θετικές εντυπώσεις.
- Η χειρονομία του να δωρίσει τα βιβλία ενθουσίασε τους μαθητές.
- Στο έργο του, κάθε χειρονομία του ηθοποιού είχε βαθύτερο νόημα.