ανησυχία
ουσιαστικό1. Ψυχική κατάσταση αβεβαιότητας και ανησυχίας για πιθανές δυσάρεστες εξελίξεις, που προκαλεί εσωτερική ένταση, προβληματισμό και δυσκολία συγκέντρωσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με γεμίζει ανησυχία το γεγονός ότι δεν απαντάει.
- Η ανησυχία για την οικονομική κατάσταση είναι εμφανής σε όλους.
- Η καθυστέρηση του πλοίου προκάλεσε ανησυχία στους συγγενείς.
- Έδειξε ανησυχία όταν άκουσε τα νέα.
- Η ανησυχία για την υγεία της μητέρας τον κράτησε ξύπνιο όλη τη νύχτα.