συναυλία
ουσιαστικό1. Δημόσια εκδήλωση κατά την οποία παρουσιάζονται ζωντανά μουσικά έργα από έναν ή περισσότερους μουσικούς ή τραγουδιστές ενώπιον κοινού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πήγαμε στη συναυλία χθες το βράδυ.
- Η ορχήστρα έδωσε μια εξαιρετική συναυλία στην αίθουσα συναυλιών.
- Η συναυλία ήταν φιλανθρωπική και συγκέντρωσε χρήματα για τους πληγέντες.
- Οι συναυλίες στο πάρκο γίνονται κάθε Παρασκευή το καλοκαίρι.
- Αγόρασα εισιτήρια για την προσεχή συναυλία του αγαπημένου μου συγκροτήματος.