λαλιά
ουσιαστικό1. Προφορική έκφραση του λόγου· η ικανότητα ή το αποτέλεσμα της ομιλίας, με τη μορφή λέξεων και φθόγγων που μεταφέρουν σκέψεις ή συναισθήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λαλιά της έτρεμε από συγκίνηση.
- Στο χωριό διατηρούν την παλιά λαλιά με ιδιωματικές λέξεις.
- Όταν έγινε η αποκάλυψη, δεν ακούστηκε ούτε μια λαλιά.
- Μου είπε μια λαλιά που με έκανε να γελάσω.
- Η λαλιά των υπερηλίκων φέρνει ιστορίες του παρελθόντος.