ηρεμοσύνη

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα άτομο διατηρεί εσωτερική γαλήνη και ψυχική σταθερότητα, χωρίς συναισθηματική αναστάτωση ή έντονη ανησυχία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κατάφερε να βρει την ηρεμοσύνη μέσα του μετά από χρόνια άγχους.
  • Η ηρεμοσύνη της θάλασσας το πρωί καθρεφτίζει τον ουρανό.
  • Μόλις απομακρύνθηκαν τα αυτοκίνητα, επανήλθε η ηρεμοσύνη στην πλατεία.
  • Η ηρεμοσύνη της εξοχής με έκανε να ανασάνω.
  • Προσπάθησε να διατηρήσει την ηρεμοσύνη του κατά τη διάρκεια της κρίσης.