ειρήνη

ουσιαστικό

1. Κατάσταση απουσίας πολέμου, ένοπλης σύρραξης ή συστηματικής βίας μεταξύ κρατών, κοινοτήτων ή ομάδων, που συνοδεύεται από ασφάλεια και μη χρήση βίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

πόλεμος αγώνας μάχη επεισόδιο επίθεση εκστρατεία διαταραχή εξέγερση θυμός καυγάς έρις αγών αντιπαλότητα διένεξη διαδήλωση συμπλοκή σφαγή τσακωμός βόμβα πάλη ρόπαλο μονομαχία κανόνι λουτρό ξυλοδαρμός έχθρα βιαιότητα διαπληκτισμός διατάραξη επανάσταση λαίλαπα μάλωμα μακελειό αψιμαχία σύγκρουση διαμάχη έριδα εχθρότητα αναταραχή σύρραξη βία αναβρασμός επιδρομή αναμέτρηση αντιπαράθεση επιβουλή καταδρομή πικρία πρόκληση ρήξη όπλο εκδίκηση απειλή πυρά πυροβολισμός ξίφος κόντρα καραμπίνα έφοδος αγώνισμα αντίκρουση αντίποινα διαξιφισμός διχόνοια διωγμός καβγάς πυροβόλο σπαραγμός τριβή φρικαλεότητα ταραχή αναστάτωση χάος διαγωνισμός εισβολή διαφωνία αγριότητα ανταγωνισμός εξόρμηση επιθετικότητα μίσος κατάσταση ξύλο κυνήγι μπαταρία πυρομαχικά χειροβομβίδα συναγωνισμός ανταρσία αντιδικία διχασμός

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ειρήνη μεταξύ των κρατών είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη.
  • Αναζητά την ειρήνη μέσα του μέσω του διαλογισμού.
  • Χρειαζόμαστε λίγη ειρήνη για να συγκεντρωθούμε και να τελειώσουμε τη δουλειά.
  • Υπέγραψαν συμφωνία για την ειρήνη μετά από χρόνια συγκρούσεων.
  • Ζουν σε ειρήνη με τους γείτονές τους, χωρίς διαφωνίες.