χάος

ουσιαστικό

1. Κατάσταση στην οποία λείπουν η τάξη, η οργάνωση και ο έλεγχος, με αποτέλεσμα ακανόνιστες, απρόβλεπτες ή ασυντόνιστες εξελίξεις και υψηλή αβεβαιότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τον σεισμό επικράτησε χάος στους δρόμους.
  • Η νέα ενημέρωση του συστήματος προκάλεσε χάος στις συναλλαγές.
  • Στην πολιτική συζήτηση επικράτησε χάος, χωρίς κανείς να προτείνει λύσεις.
  • Στην αρχαία μυθολογία προϋπήρχε το πρωταρχικό χάος πριν τη δημιουργία του κόσμου.
  • Το δωμάτιο του παιδιού ήταν γεμάτο παιχνίδια, ένα απόλυτο χάος.