πανδαιμόνιο

ουσιαστικό

Κατάσταση έντονης αταξίας, θορύβου και αναστάτωσης, όπου επικρατεί χάος και μεγάλη αναστάτωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο γήπεδο επικράτησε πανδαιμόνιο μόλις μπήκε το γκολ.
  • Στο λιμάνι έγινε πανδαιμόνιο από τις φωνές και τις κόρνες.
  • Το γραφείο ήταν σε πανδαιμόνιο μετά τη βιαστική αναχώρηση όλων.
  • Η ανακοίνωση προκάλεσε πανδαιμόνιο στους διαδρόμους της εταιρείας.
  • Μέσα στο πανδαιμόνιο της πόλης, ήταν δύσκολο να ακούσει κανείς οτιδήποτε.