φωνή
ουσιαστικό1. Ηχητικός τόνος που παράγεται από τις φωνητικές χορδές και χρησιμοποιείται για ομιλία, τραγούδι και άλλες φωνητικές εκφράσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φωνή του τραγουδιστή γέμισε την αίθουσα.
- Κάθε πολίτης έχει μία φωνή στις εκλογές.
- Η φωνή της συνείδησής του δεν τον άφησε να ησυχάσει.
- Άφησε μήνυμα με τη φωνή του στο αυτόματο τηλεφωνητή.
- Η φωνή του αφηγητή καθορίζει τον τόνο του μυθιστορήματος.