σοκ

ουσιαστικό

1. Ξαφνική και έντονη σωματική ή ψυχική αντίδραση σε κάτι απρόσμενο, δυσάρεστο ή ιδιαίτερα ισχυρό.

2. Κατάσταση οργανισμού που οφείλεται σε σοβαρή διαταραχή της κυκλοφορίας ή της λειτουργίας του σώματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η είδηση προκάλεσε μεγάλο σοκ στην οικογένεια.
  • Έπαθε σοκ όταν είδε τον λογαριασμό του ρεύματος.
  • Η ομάδα ήταν σε σοκ μετά τον ξαφνικό τραυματισμό του παίκτη.
  • Η πτώση των τιμών ήταν ένα οικονομικό σοκ για την αγορά.
  • Το παιδί έπαθε σοκ από τον έντονο θόρυβο.