βοή
ουσιαστικό1. Ισχυρός ή διαπεραστικός ήχος που παράγεται από ανθρώπινη φωνή ή ζωική κραυγή, με σκοπό την ειδοποίηση, την έκφραση συναισθήματος ή την προσέλκυση προσοχής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βοή του πλήθους γέμισε την πλατεία.
- Ένιωσα τη βοή του ανέμου στα μαλλιά μου.
- Άκουσα μια βοή και γύρισα να δω τι συμβαίνει.
- Φώναξε 'βοή!' αλλά κανείς δεν ήρθε.
- Η βοή της θάλασσας με ηρέμησε.