αναστάτωση
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία διαταράσσεται η κανονική τάξη ή η ομαλή λειτουργία ενός χώρου, οργανισμού ή συστήματος, με διακοπές στις διαδικασίες και παρουσία σύγχυσης ή ακαταστασίας.
Συνώνυμα
αναταραχή ταραχή διατάραξη ανακατωσούρα σάλος διαταραχή αναβρασμός φασαρία χαμός σούσουρο αναμπουμπούλα ενόχληση όχληση κρίση εκνευρισμός οχλαγωγία χάος βαβούρα πανδαιμόνιο σοκ υστερία χαοτικότητα κουρνιαχτός ανακάτωμα μπέρδεμα σύγχυση τρικυμία κλυδωνισμός εξέγερση πανικός αμηχανία αποδιοργάνωση διέγερση λαχτάρα στρες απορρύθμιση πάταγος φουρτούνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναστάτωση μετά τα νέα ήταν εμφανής σε όλους.
- Η αναστάτωση της κυκλοφορίας προκλήθηκε από το ατύχημα.
- Οι εργασίες στο εργοτάξιο προκάλεσαν αναστάτωση στο περιβάλλον.
- Μην κάνεις αναστάτωση για μικροπράγματα.
- Η θεραπεία μπορεί να προκαλέσει αναστάτωση στο γαστρεντερικό σύστημα.