βουή

ουσιαστικό

1. Συνεχής ήχος, συνήθως χαμηλής ή μέσης έντασης, που προκύπτει από ροή αέρα, νερού, μηχανές ή άλλο σύνολο πηγών και γίνεται αντιληπτός ως ομοιογενής βουητός.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η βουή των κυμάτων τον νανούριζε.
  • Ακούστηκε μια δυνατή βουή όταν πέρασε το τρένο.
  • Η βουή της πόλης δεν τον άφηνε να κοιμηθεί.
  • Ένιωσε μια εσωτερική βουή στο κεφάλι του από την κούραση.
  • Η βουή των φωνών στην αίθουσα έκανε δύσκολη την επικοινωνία.