βουβαμάρα
άλλοΚατάσταση ή ατμόσφαιρα απόλυτης σιωπής και έλλειψης ήχου ή κίνησης, που κάνει τον χώρο να φαίνεται ακίνητος και άδειος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βουβαμάρα που ακολούθησε μετά την ανακοίνωση ήταν αποπνικτική.
- Έπεσε βουβαμάρα στην αίθουσα μόλις ακούστηκε το αποτέλεσμα.
- Στο πρωινό δάσος επικρατούσε μια μαγική βουβαμάρα, και το φως διέσχιζε σιγανά τα δέντρα.
- Η συζήτηση διακόπηκε και γέμισε το δωμάτιο με βουβαμάρα.
- Μετά το αστείο, η βουβαμάρα του κοινού κράτησε μερικά δευτερόλεπτα πριν ξεσπάσουν σε γέλια.