θόρυβος
ουσιαστικό1. Ηχητική εμπειρία αποτελούμενη από ανεπιθύμητους, έντονους ή ακαθόριστους ήχους που προκαλούν ενόχληση, παρεμβολή στην επικοινωνία ή διατάραξη της ησυχίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα στο δρόμο με ξύπνησε νωρίς το πρωί.
- Στην ηχογράφηση υπάρχει θόρυβος στο υπόβαθρο που δυσκολεύει την κατανόηση.
- Ο θόρυβος γύρω από την υπόθεση αύξησε την ανησυχία των κατοίκων.
- Οι γείτονες παραπονέθηκαν για τον θόρυβο μετά τα μεσάνυχτα.
- Ο θόρυβος στα δεδομένα καθιστά δύσκολη την ανάλυση.