πάλη
ουσιαστικό1. Αγώνας μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων που διεξάγεται με σωματική επαφή, τεχνικές κρατήματος, ρίψεις ή λαβές, με σκοπό την υπερίσχυση ή τον έλεγχο του αντιπάλου, είτε ως οργανωμένο άθλημα είτε σε μάχη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πάλη είναι ολυμπιακό άθλημα με μακρά παράδοση.
- Ο αθλητής κέρδισε την πάλη με 2-1.
- Η πάλη των εργατών για καλύτερους μισθούς κράτησε χρόνια.
- Αντιμετωπίζει καθημερινά την πάλη με την ασθένειά του.
- Η πάλη ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα τον βασάνιζε.