διαδήλωση
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε δημόσιο χώρο με σκοπό την έκφραση πολιτικών ή κοινωνικών αιτημάτων, διαμαρτυρίας ή υποστήριξης.
Συνώνυμα
διαμαρτυρία πορεία συγκέντρωση συλλαλητήριο συνάθροιση μάζωξη παράσταση πομπή εκδήλωση απεργία εξέγερση επανάσταση πλήθος παρέλαση συνέλευση επίδειξη κινητοποίηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαδήλωση στην πλατεία συγκέντρωσε χιλιάδες πολίτες.
- Η διαδήλωση για τα εργασιακά προκάλεσε κυκλοφοριακό χάος στο κέντρο της πόλης.
- Η διαδήλωση υποστήριξης προς τους πρόσφυγες ήταν οργανωμένη και ειρηνική.
- Οργανώσαμε μικρή διαδήλωση έξω από το δημαρχείο για να ζητήσουμε περισσότερα δέντρα.
- Η διαδήλωση μετατράπηκε σε ένταση όταν εμφανίστηκαν αντιμαχόμενες ομάδες.