συμπλοκή
ουσιαστικό1. Σωματική αντιπαράθεση μεταξύ προσώπων ή ομάδων, συνήθως έντονη και σύντομη, που περιλαμβάνει άμεση επαφή και χρήση δύναμης.
Συνώνυμα
σύγκρουση καβγάς αντιπαράθεση σύρραξη διαπληκτισμός διαμάχη μάχη τσακωμός αναμέτρηση έριδα αψιμαχία εμπλοκή επεισόδιο κόντρα καυγάς ξυλοδαρμός μπουκέτα τσαμπουκάς ξεκατίνιασμα πλοκή σύζευξη βία μονομαχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη διαδήλωση σημειώθηκε μια συμπλοκή ανάμεσα σε διαδηλωτές και αστυνομικούς.
- Η μελέτη απέδειξε ότι η συμπλοκή των δύο πρωτεϊνών είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του ενζύμου.
- Στην ταινία, η κεντρική συμπλοκή των χαρακτήρων οδηγεί σε ανατροπή των προσδοκιών.
- Κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα προκλήθηκε μια μικρή συμπλοκή μεταξύ των παικτών.
- Η πολιτική συμπλοκή συμφερόντων δυσκολεύει τη λήψη αποφάσεων.