μπάχαλο
ουσιαστικό1. Κατάσταση στην οποία επικρατεί έλλειψη οργάνωσης ή συστηματικής διάταξης, με αντικείμενα, πληροφορίες ή εργασίες διάσπαρτες ή ανακατεμένες, δυσχεραίνοντας την εύρυθμη λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το δωμάτιό μου είναι μπάχαλο.
- Μετά το πάρτι έγινε μπάχαλο το σαλόνι.
- Η βροχή έκανε μπάχαλο το πρόγραμμά μας.
- Με τη νέα διοίκηση έγινε μπάχαλο η υπηρεσία.
- Η οικονομία της χώρας είναι μπάχαλο τα τελευταία χρόνια.
- Μετά την αναβάθμιση το λογισμικό έγινε μπάχαλο.