οργή
ουσιαστικό1. Έντονη συναισθηματική κατάσταση βαθιάς δυσαρέσκειας και θυμού προς πρόσωπο, γεγονός ή κατάσταση, συχνά συνοδευόμενη από σωματικές αντιδράσεις και επιθυμία αντίδρασης.
Συνώνυμα
θυμός οργισμός παροξυσμός μανία αγανάκτηση έκρηξη θύελλα πάθος ορμή έξαψη εκνευρισμός τσατίλα οργούλα συναίσθημα νεύρο δυσαρέσκεια μίσος πικρία κατακραυγή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η οργή του πατέρα ξέσπασε όταν έμαθε τα νέα.
- Η οργή του πλήθους οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις.
- Τρόμαξε μπροστά στην οργή της θάλασσας κατά τη φουρτούνα.
- Στην αρχαία μυθολογία συχνά περιγράφεται η οργή των θεών.
- Προσπάθησε να κρύψει την οργή του, αλλά τα λόγια του τον πρόδωσαν.