ηρεμότητα
ουσιαστικόΚατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία επικρατεί μειωμένη συναισθηματική ή σωματική αναστάτωση, σταθερός και ήπιος ρυθμός λειτουργίας και απουσία έντονων εξωτερικών ή εσωτερικών διεγέρσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ηρεμότητα του δάσους έκανε το πρωινό περίπατο ευχάριστο.
- Με ηρεμότητα απάντησε στην απειλή και απέτρεψε την ένταση.
- Χρειάζεται λίγη ηρεμότητα για να πάρεις σωστές αποφάσεις.
- Η ηρεμότητα της θάλασσας εκείνο το απόγευμα ήταν παρηγορητική.
- Η ηρεμότητα της φωνής της καθησύχασε τα παιδιά.