σάλος
ουσιαστικόΜεγάλη αναστάτωση, θόρυβος ή αναβρασμός που προκαλείται από έντονη κίνηση, εντύπωση ή δημόσια συζήτηση.
Συνώνυμα
αναστάτωση αναβρασμός ανακατωσούρα ανακατωμός αναταραχή ταραχή σάλαγος πάταγος πανδαιμόνιο θόρυβος φασαρία μπάχαλο χαμός θύελλα τρικυμία φουρτούνα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανακοίνωση προκάλεσε μεγάλο σάλο στα μέσα ενημέρωσης.
- Ξέσπασε σάλος μετά τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο.
- Το άρθρο δημιούργησε σάλο στην κοινή γνώμη.
- Το περιστατικό πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, χωρίς ιδιαίτερο σάλο.
- Δεν θέλει σάλο γύρω από την προσωπική του ζωή.