διαπληκτισμός
ουσιαστικό1. Έντονη προφορική αντιπαράθεση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων, με ανταλλαγή επιθετικών ή προσβλητικών εκφράσεων και υψηλό συναισθηματικό τόνο.
2. Σωματική ή βίαιη σύγκρουση που συχνά ακολουθεί ή συνοδεύει τέτοια αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαπληκτισμός ξέσπασε ανάμεσα στους γείτονες για τα όρια του οικοπέδου.
- Στη συνεδρίαση του δήμου προκλήθηκε διαπληκτισμός όταν τέθηκε το θέμα των τελών.
- Ο διαιτητής σταμάτησε τον αγώνα μετά από βίαιο διαπληκτισμό μεταξύ των παικτών.
- Οι αστυνομικοί ενημερώθηκαν για τον διαπληκτισμό και έσπευσαν στο σημείο.
- Ο διαπληκτισμός στο οικογενειακό τραπέζι κλονίζει τις σχέσεις τους.
- Σε πολλές ιστορίες, ένας μικρός διαπληκτισμός μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερες αντιπαραθέσεις.