πόλεμος
ουσιαστικό1. Ένοπλη σύγκρουση μεταξύ οργανωμένων συλλογικοτήτων, κρατών ή άλλων πολιτικών οντοτήτων, που διεξάγεται με χρήση βίας και στρατιωτικών μέσων για την επίτευξη εδαφικών, πολιτικών, οικονομικών ή ιδεολογικών σκοπών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πόλεμος κατέστρεψε πολλές πόλεις και άλλαξε την καθημερινή ζωή.
- Οι συνέπειες του πολέμου είναι ορατές ακόμα και στις επόμενες γενιές.
- Χρειάζεται ένας πόλεμος ιδεών για να ανανεωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα.
- Ο πόλεμος κατά της φτώχειας απαιτεί συντονισμένες πολιτικές.
- Μετά τον αγώνα, οι οπαδοί ένιωθαν σαν να είχε γίνει πόλεμος.