σόου
ουσιαστικό1. Ζωντανή ή ηχογραφημένη παράσταση με μουσικά, θεατρικά, χορευτικά ή ψυχαγωγικά στοιχεία, προοριζόμενη να διασκεδάσει ή να εντυπωσιάσει κοινό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σόου άρχισε στις εννιά το βράδυ.
- Παρακολούθησα ένα εντυπωσιακό σόου στο θέατρο.
- Το σόου στην τηλεόραση σημείωσε μεγάλη τηλεθέαση.
- Η παρουσίασή τους έμοιαζε περισσότερο με σόου παρά με διάλεξη.
- Ο τραγουδιστής έκλεισε το σόου με μια εντυπωσιακή σκηνική επίδειξη.
- Ο δήμαρχος οργάνωσε ένα μεγάλο σόου για τα εγκαίνια της πλατείας.