κύμα

ουσιαστικό

1. Διαδοχική διαταραχή ή ταλάντωση σε μέσο ή πεδίο που διαδίδεται στο χώρο μεταφέροντας ενέργεια και πληροφορία χωρίς μόνιμη μετατόπιση της ύλης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κύμα χτύπησε τα βράχια με δύναμη.
  • Ένα κύμα ζέστης θα επηρεάσει τη χώρα αύριο.
  • Ένα κύμα πανικού ξέσπασε όταν ακούστηκε ο δυνατός θόρυβος.
  • Το ραδιόφωνο λαμβάνει ηλεκτρομαγνητικά κύματα.
  • Στο γήπεδο οι οπαδοί έκαναν το κύμα.