κρακ

ουσιαστικό

1. Οξύς, ξαφνικός ήχος που παράγεται από σπάσιμο, θραύση ή απότομη κίνηση αντικειμένου.

2. Μικρή ρωγμή ή σχίσιμο στην επιφάνεια ενός υλικού ή αντικειμένου, αποτέλεσμα θραύσης ή καταπόνησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το τζάμι έδωσε ένα δυνατό κρακ και έσπασε σε κομμάτια.
  • Ένιωσα ένα οξύ κρακ στο γόνατό μου όταν στράβωσα.
  • Στο κόμικ, κάθε γροθιά συνοδευόταν από ένα φωτεινό κρακ.
  • Η γειτονιά αγωνιούσε για την εξάπλωση του κρακ και την αύξηση της εγκληματικότητας.
  • Ο κινητήρας έκανε ένα περίεργο κρακ πριν σταματήσει.