παραλήρημα

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση οξείας διαταραχής της νόησης κατά την οποία το άτομο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και παρουσιάζει διαστρεβλωμένες αντιλήψεις, ψευδαισθήσεις, παραληρητικές ιδέες και αταξία του λόγου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ασθενής βρισκόταν σε παραλήρημα λόγω του υψηλού πυρετού.
  • Οι γιατροί περιέγραψαν το παραλήρημα ως σύμπτωμα σοβαρής ψυχικής διαταραχής.
  • Το κείμενο του δημοσιογράφου ήταν ένα παραλήρημα χωρίς επιχειρήματα.
  • Οι οπαδοί βρίσκονταν σε παραλήρημα χαράς μετά τη νίκη της ομάδας.
  • Στο μυθιστόρημα η αφήγηση μετατρέπεται σε παραλήρημα του ήρωα, γεμάτο μνήμες και φοβίες.