ηρεμιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία επικρατεί απουσία έντασης, ταραχής ή αναστάτωσης.
2. Αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και ησυχίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη βροχή, απλώθηκε μια ηρεμιά στην πόλη.
- Χρειάζομαι λίγη ηρεμιά για να συγκεντρωθώ.
- Η ηρεμιά του δωματίου τον βοήθησε να κοιμηθεί.
- Παρά την ένταση της ημέρας, κράτησε την ηρεμιά του.
- Στο χωριό επικρατούσε απόλυτη ηρεμιά το βράδυ.