μπουμ
ουσιαστικό1. Ηχητική αναπαράσταση δυνατού κρότου ή έκρηξης, συνήθως σύντομη και έντονη.
2. Ξαφνικό και έντονο γεγονός ή συνέπεια που προκαλεί έκπληξη ή αναστάτωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ακούστηκε ένα μπουμ από το εργοστάσιο.
- Το πυροτέχνημα έκανε μπουμ στον ουρανό.
- Η νέα σειρά προκάλεσε ένα μπουμ στην τηλεθέαση.
- Στο κόμικ, όταν έσκασε η βόμβα, γράφτηκε μπουμ.
- Μπουμ, ξαφνικά όλα άλλαξαν.