καμπανάκι
ουσιαστικό1. Μικρή καμπάνα, συνήθως φορητή ή κρεμαστή, κατασκευασμένη από μέταλλο και προοριζόμενη να παράγει ήχο όταν χτυπηθεί.
2. Ο σύντομος και διακριτός ήχος που παράγεται από τέτοιο αντικείμενο.
Συνώνυμα
κουδούνι κουδουνάκι καμπάνα κουδούνισμα συναγερμός ειδοποίηση σήμα ήχος μπιπ προειδοποίηση υπενθύμιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το καμπανάκι του ποδηλάτου χτυπάει ευχάριστα.
- Μου χτύπησε το καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά.
- Το καμπανάκι της εφαρμογής ειδοποίησε για νέο μήνυμα.
- Η σιωπή έσπασε όταν χτύπησε το καμπανάκι της εκκλησίας.
- Η δασκάλα χρησιμοποίησε ένα μικρό καμπανάκι για να συγκεντρώσει τους μαθητές.