μόχθος

ουσιαστικό

1. Σκληρή, επίμονη σωματική ή πνευματική εργασία που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια και κόπο για την επίτευξη ενός στόχου.

2. Κατάσταση ή εμπειρία έντονης ταλαιπωρίας και κόπωσης ως αποτέλεσμα παρατεταμένης προσπάθειας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μόχθος του αγρότη φαίνεται στα χέρια του.
  • Η επιτυχία του ήταν καρπός χρόνιου μόχθου.
  • Υπέμεινε τον μόχθο χωρίς παράπονα.
  • Μέσα από τον καθημερινό μόχθο βρίσκουμε αξία στη ζωή.
  • Οι μόχθοι των εργατών τελικά αναγνωρίστηκαν.