ερημιά
ουσιαστικό1. Τόπος ή περιοχή χωρίς κατοίκους ή ανθρώπινη παρουσία, χαρακτηριζόμενη από εγκατάλειψη και σιωπή.
2. Κατάσταση απομόνωσης ή μοναξιάς, όπου απουσιάζει η συντροφιά και η κοινωνική αλληλεπίδραση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ερημιά του τοπίου ήταν σχεδόν απόλυτη.
- Πέρασε μέρες στην ερημιά για να ησυχάσει και να στοχαστεί.
- Το παλιό σπίτι βυθιζόταν στην ερημιά, χωρίς ίχνος ανθρώπινης παρουσίας.
- Μετά το σεισμό, επικράτησε ερημιά στους δρόμους της πόλης.
- Η απώλεια άφησε μια βαθιά ερημιά μέσα στην καρδιά της.