χαβαλές

ουσιαστικό

1. Ελαφριά, ανέμελη και κοινωνική διάθεση ή ατμόσφαιρα όπου κυριαρχούν το γέλιο και το πείραγμα, με σκοπό την ψυχαγωγία και την αποφυγή της σοβαρότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο χαβαλές στην παρέα κράτησε ως τα ξημερώματα.
  • Ο χαβαλές ανάμεσα στους συναδέλφους έσπασε την ένταση της σύσκεψης.
  • Όταν ο χαβαλές ξεπέρασε τα όρια, κάποιοι προσβλήθηκαν.
  • Τέλος ο χαβαλές — επιστρέφουμε στη δουλειά.
  • Ο χαβαλές στο μαγαζί τράβηξε περισσότερο κόσμο απ' ό,τι περιμέναμε.