μπαμ
ουσιαστικό1. Ήχος πολύ δυνατός, ξαφνικός και απότομος, παρόμοιος με έκρηξη ή δυνατό χτύπημα.
2. Γεγονός ή ενέργεια που προκαλεί ξαφνική και ισχυρή εντύπωση ή αναστάτωση, συχνά αποτέλεσμα πρόσκρουσης, έκρηξης ή απότομης απελευθέρωσης ενέργειας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ακούστηκε ένα μπαμ έξω στο δρόμο.
- Το αυτοκίνητο χτύπησε, και ακούστηκε ένα δυνατό μπαμ.
- Το ψέμα του έκανε μπαμ όταν είδαμε τα στοιχεία.
- Το νέο τραγούδι έκανε μπαμ στο ραδιόφωνο.
- Όταν μπήκε με το νέο κοστούμι, έκανε μπαμ.