βόλτα
ουσιαστικό1. Κίνηση ή έξοδος μικρής διάρκειας έξω από το σπίτι με σκοπό την αναψυχή, τη χαλάρωση ή την απόλαυση του περιβάλλοντος.
2. Μικρή μετακίνηση με μέσο μεταφοράς (π.χ. αυτοκίνητο, ποδήλατο) κυρίως για ψυχαγωγία ή αλλαγή αέρα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βόλτα στο πάρκο με χαλάρωσε.
- Κάναμε μια βόλτα με το αυτοκίνητο στην παραλία.
- Βγάζω κάθε πρωί τον σκύλο για βόλτα.
- Πήγαμε μια βόλτα στο χωριό το Σαββατοκύριακο.
- Έκανε μια βόλτα στα μαγαζιά πριν κλείσουν.