ζόρι
ουσιαστικό1. Κατάσταση δυσκολίας ή ανάγκης για υπερβολική προσπάθεια, που προκαλεί κόπο, ένταση ή δυσαρέσκεια στην εκτέλεση μιας πράξης.
2. Πίεση ή αναγκασμός που ασκείται σε κάποιον ώστε να συμμορφωθεί, να παραδοθεί ή να υποχωρήσει.
Συνώνυμα
δυσκολία μπελάς αναγκασμός πίεση δυσχέρεια καταναγκασμός πρόβλημα εμπόδιο κώλυμα ταλαιπωρία δοκιμασία κακοτοπιά πίεσμα αγκάθι βάσανο στενοχώρια άγχος στρες βία δύναμη κόπος ανάγκη πονοκέφαλος ενόχληση δυστυχία παρενόχληση εφιάλτης αναγκαιότητα δυσφορία μόχθος οδύνη στεναχώρια εξαναγκασμός κακοκεφιά πρόσκομμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ζόρι της δουλειάς ήταν τόσο μεγάλο που χρειάστηκε επιπλέον προσωπικό.
- Μην μου βάζεις ζόρι, δεν μπορώ να τα κάνω όλα μαζί.
- Έφαγα ζόρι όταν χάλασε το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου.
- Του έβαλαν ζόρι να υπογράψει, παρόλο που διαφώνησε.
- Δεν θέλω να κάνουμε ζόρι από μια ασήμαντη λεπτομέρεια.