πολυκοσμία

ουσιαστικό

Κατάσταση ή συνθήκη όπου υπάρχει μεγάλος αριθμός ανθρώπων ή πραγμάτων σε έναν χώρο, με αποτέλεσμα να είναι γεμάτος ή να δυσκολεύεται η κίνηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πολυκοσμία στο εμπορικό κέντρο έκανε την κίνηση δύσκολη.
  • Απέφυγε το κέντρο λόγω της πολυκοσμίας που επικρατούσε στους δρόμους.
  • Η παραλία είχε τόση πολυκοσμία που δεν βρήκαμε θέση.
  • Δεν αντέχει την πολυκοσμία και προτιμά τα ήσυχα μέρη.
  • Η πολυκοσμία στο μετρό τις ώρες αιχμής είναι μεγάλη.