αναμπουμπούλα

ουσιαστικό

Κατάσταση προσωρινής αταξίας και έντονης αναστάτωσης που διαταράσσει την ομαλή λειτουργία ή την ησυχία, συνήθως προκλημένη από πλήθος, βιασύνη, ακαταστασία ή απρόβλεπτα γεγονότα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αναμπουμπούλα που προκλήθηκε στην πλατεία κράτησε λίγα λεπτά.
  • Μην πανικοβάλλεσαι, η αναμπουμπούλα θα κοπάσει όταν εξηγήσουμε τα πράγματα.
  • Στην επιχείρηση ξέσπασε αναμπουμπούλα όταν ανακοινώθηκαν οι απολύσεις.
  • Η αναμπουμπούλα στην αγορά δυσκόλεψε τις συναλλαγές.
  • Μετά την αλλαγή του νόμου επικράτησε αναμπουμπούλα στις δημόσιες υπηρεσίες.