άνεση
ουσιαστικό1. Κατάσταση έλλειψης σωματικής ή ψυχικής ενόχλησης που επιτρέπει τη χαλάρωση και την ευημερία.
2. Περιβάλλον, εξοπλισμός ή συνθήκες που προσφέρουν άνετη διαβίωση ή χρήση και μειώνουν την κόπωση ή την ταλαιπωρία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυσφορία ταλαιπωρία αβολία ανέχεια βάσανο δοκιμασία μαρτύριο κόπος ζόρι ενόχληση δυσκολία κακουχία στενότητα δύσκολία δυσχέρεια ανασφάλεια άγχος αμηχανία πόνος ανησυχία βασανισμός μόχθος οδύνη πενία πρόκληση μπελάς άλγος καταπόνηση λιτότητα ντροπαλότητα σπαραγμός αθλιότητα δυσπραγία μιζέρια στέρηση κόπωση αναστάτωση στενοχώρια στρες ανάγκη βιοπορισμός πρόσκομμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθισα αναπαυτικά στην πολυθρόνα για λίγη άνεση.
- Μίλησε με άνεση μπροστά σε εκατοντάδες θεατές.
- Το ξενοδοχείο προσφέρει όλες τις σύγχρονες ανέσεις.
- Μετά την αύξηση μισθού έζησαν με άνεση.
- Το φάρμακο έφερε άνεση στον ασθενή.