ομαλότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα της επιφάνειας ή της μορφής που δεν έχει ανωμαλίες, εξογκώματα ή τραχιές περιοχές, προκαλώντας αίσθηση επίπεδου ή λείας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναταραχή αναστάτωση ταραχή αταξία χάος ανωμαλία αστάθεια δυσλειτουργία διαταραχή τραχύτητα συγκυρία κατάσταση διατάραξη διακοπή τριβή εμπόδιο κωλυσιεργία ανασφάλεια αποδιοργάνωση μπάχαλο τρέλα περιστατικό περίσταση χαμός εκτροπή λαίλαπα μακελειό μπερδεμάρα παράνοια παρέκκλιση παρατυπία φουρτούνα χαραγή σκάμμα παραφωνία αναρχία μπελάς καμπή
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομαλότητα της επιφάνειας του τραπεζιού είναι εμφανής.
- Η ομαλότητα στην πλατεία αποκαταστάθηκε μετά τις διαδηλώσεις.
- Για να λειτουργήσει το εργοστάσιο, χρειάζεται ομαλότητα στις προμήθειες.
- Στη μαθηματική ανάλυση, η ομαλότητα μιας συνάρτησης σχετίζεται με την ύπαρξη παραγώγων.
- Η ομαλότητα της κυκλοφορίας διακόπηκε από το ατύχημα.
- Προτιμώ την ομαλότητα στις οικογενειακές σχέσεις.