λίρα
ουσιαστικόΝομισματική μονάδα ή νόμισμα που χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται σε διάφορες χώρες (π.χ. ιταλική λίρα, λίρα στερλίνα, κυπριακή λίρα, τουρκική λίρα), λειτουργώντας ως μέτρο αξίας και μέσο συναλλαγής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λίρα στερλίνα ενισχύθηκε έναντι του ευρώ.
- Πριν το ευρώ, στην Ιταλία κυκλοφορούσε η λίρα.
- Η παλιά λίρα της Κύπρου αντικαταστάθηκε από το ευρώ το 2008.
- Η κρητική λίρα συνοδεύει τα παραδοσιακά τραγούδια.