αφήνω

ρήμα

1. Σταματώ να κρατώ ή να μεταφέρω κάτι ή κάποιον μαζί μου, αφήνοντάς το/τον πίσω ή σε άλλο χώρο.

2. Δεν παρεμβαίνω ώστε κάποιος ή κάτι να ενεργήσει ή να συμβεί, επιτρέποντας την πράξη ή την εξέλιξη χωρίς ανάμειξη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

παίρνω λαμβάνω κρατώ απαγορεύω πειράζω πιάνω ελέγχω τραβάω κυνηγάω μαζεύω τραβώ πατάω προστατεύω αναγκάζω ξαναπαίρνω αρπάζω πιέζω κουβαλάω φυλάω αγκαλιάζω αποκρούω διασώζω επιτάσσω καταλαμβάνω κουβαλώ παρεμποδίζω τσιμπάω φυλάσσω κρατάω δαγκώνω εξαναγκάζω καταδιώκω κωλύω ξελασπώνω υπαγορεύω φρουρώ χειραγωγώ εμποδίζω αποτρέπω συγκρατώ παραλαμβάνω παρακρατώ διατηρώ κατέχω συλλαμβάνω επιβάλλω προσπαθώ σηκώνω μετράω διαλέγω φροντίζω απασχολώ μεγαλώνω καλύπτω κυνηγώ ασχολούμαι οδηγάω κρατιέμαι χώνω διευθύνω επιμένω αναχαιτίζω διατάσσω διαφυλάσσω διαχειρίζομαι διευθετώ εκβιάζω εξασφαλίζω επιβλέπω επιμελούμαι επιτηρώ καθορίζω παγιδεύω παρακωλύω σέρνω σκαλίζω σφίγγω σύρω αντικαθιστώ εκκαθαρίζω επεξεργάζομαι εποπτεύω κατακρατώ καταστέλλω περιθάλπω ρυμουλκώ τροποποιώ υποχρεώνω καταπνίγω περιφρουρώ χειρίζω διακόπτω μεταφέρω ξανακάνω τσεκάρω λύνω αφαιρώ καθοδηγώ κατευθύνω μετακινώ παρεμβαίνω προφυλάσσω διώκω ρυθμίζω συνοδεύω ψαχουλεύω

Παραδείγματα χρήσης

  • Αφήνω πάντα τα κλειδιά στο ίδιο σημείο.
  • Τον αφήνω να μιλήσει πρώτος.
  • Την άφησα μόνη στο σταθμό χθες.
  • Μην μου αφήνεις μηνύματα μετά τα μεσάνυχτα.
  • Αν το αφήσεις έξω στη βροχή, θα χαλάσει.
  • Το παράθυρο αφήνεται ανοιχτό για να αεριστεί το δωμάτιο.