επιτρέπω
ρήμα1. Παρέχω τη δυνατότητα σε κάποιον ή σε κάτι να ενεργήσει ή δεν εμποδίζω την εκτέλεση μιας πράξης.
2. Καθιστώ νόμιμη ή αποδεκτή μια ενέργεια ή κατάσταση βάσει κανόνων, νόμων ή κοινωνικών προτύπων.
Συνώνυμα
αφήνω εγκρίνω παραχωρώ χορηγώ αδειοδοτώ συγκατατίθεμαι παρέχω δέχομαι ανέχομαι αποδέχομαι απονέμω εκχωρώ συγχωρώ επικυρώνω δίνω παραδίδω διευκολύνω εισάγω ενεργοποιώ συναινώ
Αντώνυμα
απαγορεύω ελέγχω απαιτώ αναγκάζω ανακόπτω αναχαιτίζω αποκρούω επιβάλλω επιτάσσω παρακωλύω παρεμποδίζω συγκρατώ εξαναγκάζω εξωθώ καταστέλλω κωλύω υπαγορεύω υποχρεώνω χειραγωγώ αρνούμαι αποκλείω εμποδίζω αποτρέπω μπλοκάρω στερώ αιτούμαι διατάσσω εκβιάζω παρακρατώ φιμώνω αποδιώχνω εκδιώχνω κόβω ακυρώνω αφαιρώ απορρίπτω παύω διακόπτω διώχνω αποβάλλω εκδιώκω
Παραδείγματα χρήσης
- Σου επιτρέπω να χρησιμοποιήσεις το αυτοκίνητο σήμερα, αλλά γέμισέ το βενζίνη.
- Στον χώρο του μουσείου επιτρέπεται μόνο η φωτογράφιση χωρίς φλας.
- Οι γονείς μου επέτρεψαν την έξοδό μας υπό τον όρο ότι θα είμαστε σπίτι στις έντεκα.
- Μην επιτρέπεις σε κανέναν να σου υπαγορεύει τις επιλογές σου.
- Οι διοργανωτές επιτρέπουν την είσοδο μόνο με ηλεκτρονικό εισιτήριο.