εμποδίζω
ρήμα1. Κάνω μια ενέργεια, διαδικασία ή γεγονός να μην προχωρήσει ή να ματαιωθεί μέσω παρέμβασης, αντίρρησης ή πράξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
επιτρέπω αφήνω διευκολύνω βοηθώ απελευθερώνω ξεμπλοκάρω προκαλώ εξυπηρετώ προξενώ προσβάλλω προωθώ συμβάλλω συνδράμω συντελώ βοηθάω διαπερνώ ευνοώ προάγω συντρέχω υποβοηθώ ενθαρρύνω ανοίγω παροτρύνω χαλαρώνω φέρνω περνάω κανονίζω ωφελώ κινώ αναπαράγω αποδεσμεύω κατευθύνω μεταδίδω μετακινώ παρακινώ παραπέμπω περιστρέφω προτρέπω υποβάλλω χωρώ ωθώ αναπτύσσω διαδίδω διεκπεραιώνω εξομαλύνω πυροδοτώ υλοποιώ υποκινώ κάνω επηρεάζω ετοιμάζω ολοκληρώνω διδάσκω καθιστώ εισάγω εκπέμπω εκτελώ επιτελώ μεταβιβάζω παρέχω προμηθεύω συνεισφέρω χορηγώ διαχέω διεξάγω εφοδιάζω συντονίζω τρυπώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κορμός του δέντρου εμποδίζει το μονοπάτι.
- Δεν θέλω να εμποδίζω την πρόοδό σου.
- Η γραφειοκρατία εμποδίζει την επένδυση στην περιοχή.
- Ο φόβος με εμποδίζει να μιλήσω δημόσια.
- Η κακοκαιρία εμπόδισε το αεροπλάνο να απογειωθεί.